Crociere Estive
Artists
Guglielmo Castelli
Press release
Sylvia Kouvali Piraeus June 21 – August 31, 2026 CROCIERE ESTIVE Guglielmo Castelli Scroll down for English Όταν ο Guglielmo Castelli μού μίλησε για πρώτη φορά για την έκθεση Καλοκαιρινές Κρουαζιέρες, ξύπνησε μια ζωντανή παιδική μου ανάμνηση, όταν, μικρή, έτρεχα πλάι στη γιαγιά μου σε μια παραλία γεμάτη βράχια και φύκια μετά από μια καταιγίδα, περπατώντας κατά μήκος της διαρκώς μεταβαλλόμενης γραμμής, όπου η θάλασσα συναντούσε τη στεριά. Ψάχναμε και κοσκινίζαμε ό,τι είχε μαζευτεί σε εκείνο το σημείο, αναζητώντας θησαυρούς που είχε ξεβράσει η θάλασσα και τα πόδια μας ήταν καλυμμένα με πίσσα. Στα παιδικά μάτια μου, εκείνη η κολλώδης, δύσοσμη μαύρη ουσία ήταν το απτό ίχνος ενός μυστικού παιχνιδιού, που γνωρίζαμε μόνο εγώ και η γιαγιά μου. Η έκθεση Crociere estive έχει τη γεύση αυτού του μυστικού: στη Sylvia Kouvali, ο Castelli έχει στήσει μια έκθεση με κειμήλια από μια πολύ μακρινή εποχή, ίσως και ανύπαρκτη, που ξεβράστηκαν στην ακτή επειδή χάθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν σε κάποιο άλλο μέρος, κατάλοιπα ξεχασμένα στην ανοιχτή θάλασσα ή στην ξηρά. Μπαίνοντας στη γκαλερί, που κάποτε εξυπηρετούσε εμπορικά το λιμάνι του Πειραιά, και παραμένει δροσερή σαν σπηλιά, αφήνεις πίσω σου τον εκτυφλωτικό ήλιο του θερινού ηλιοστασίου και βυθίζεσαι σε μια σκοτεινή θάλασσα, γεμάτη αναμνήσεις που μπορεί να είναι και όνειρα. Οι καλοκαιρινές κρουαζιέρες του τίτλου με τα φανταχτερά τους χρώματα, την υπόσχεση για ατελείωτη διασκέδαση και τη μυρωδιά του «αντηλιακού λαδιού απλωμένου πάνω σε δέκα τόνους καυτής σάρκας»,[1] βρίσκονται μακριά και κάθε προσδοκία παραβλέπεται. Εδώ, η θάλασσα δεν είναι από νερό, αλλά από μοβ δαντέλα και ξακρίσματα και τη διασχίζει ένα ζευγάρι κύκνων που καθοδηγείται από έναν αγγελιαφόρο με κόκκινη ενδυμασία, τόσο στενή που μοιάζει σχεδόν με κορσέ (Η πούδρα ζωγραφικής, 2026), τα κύματά της δε, μοιάζουν να ανοίγουν κάτω από την ισχυρή πνοή ενός Ζέφυρου, ο οποίος ξεκινά από ένα κύμα, ενώ οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούν ένα πυκνό στρώμα απειλητικών νεφών που φωτίζουν μαργαριτάρια κολλημένα στο δίχτυ που κρατά στα χέρια του, ένα δίχτυ στο οποίο ο ίδιος φαίνεται να έχει μπλεχτεί (Ζέφυρος, 2026). Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, η δύναμη της θάλασσας φαίνεται να συγκρατείται από μία περίφραξη από βαθύ μπλε και τονίζει την ίδια αίσθηση περιορισμού, όπως οι ελικοειδείς κύκνοι που είναι δεμένοι με ένα σκοινί: το οξύμωρο μιας ασταμάτητης δύναμης της φύσης που, παρ' όλα αυτά, περιορίζεται και συγκρατείται από όρια, περιορισμούς και δεσμά. Αυτή η αίσθηση του περιορισμού αποτελεί σταθερό στοιχείο στα έργα του Castelli, τα οποία απεικονίζουν μορφές που άλλοτε υποδουλώνονται και άλλοτε απελευθερώνονται από κοινωνικές συμβάσεις, μορφές που αποτυπώνονται σε υποκλίσεις, ενδύματα και τεντωμένα σχοινιά, στο πλαίσιο μιας συνεχούς προσπάθειας του καλλιτέχνη να επαναδιαπραγματευτεί αυτά τα όρια και να κάνει τον θεατή να εναλλάσσεται μεταξύ ταύτισης με τις μορφές και αποστασιοποίησης από αυτές. Αυτή η επαναδιαπραγμάτευση φαίνεται να αποτελεί το κύριο θέμα του Ο Λαβύρινθος του Μίνωα, στο οποίο απεικονίζεται ο Μινώταυρος με πυκνά, κατάμαυρα μαλλιά και ανθρώπινα χαρακτηριστικά να απλώνεται πάνω από τους ανθισμένους φράχτες, εμφανώς διχασμένος ανάμεσα στην επιθυμία να ξεφύγει από τον λαβύρινθό του και στη νοσταλγία του για περιορισμό, με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα που μεταμορφώνονται σε εφήμερα λευκά πέπλα. Ομοίως, στο λάδι σε καμβά Μικρούλι αναρχικό κερί, τέσσερα κεριά είναι παραταγμένα σαν στρατιώτες σε στάση προσοχής πάνω σε ένα παλιό τραπέζι από σκούρο ξύλο, με τις φλόγες τους σχεδόν σβησμένες, ενώ το αναρχικό κερί του τίτλου επαναστατεί, υψώνει το κεφάλι του, το μικρό του πρόσωπο φυσάει σαν να θέλει να αναζωπυρώσει τη φλόγα, μια μικρή εμπρηστική φαντασίωση, μεταμφιεσμένη σε παιδικό παραμύθι. Η έκθεση που παίρνει τον τίτλο της από ένα έργο, μέρος των κολάζ που δημιούργησε ο καλλιτέχνης πάνω σε υφάσματα τα οποία βρήκε σε ένα παζάρι και στόλισε με μικροαντικείμενα όπως χάντρες, κουμπιά και άλλα ψιλολοΐδια. Πρόκειται για θραύσματα ενός «μικρού κόσμου του παρελθόντος», του ίδιου που συναντάμε στα κοστούμια και τα αντικείμενα που συνθέτουν τα επτά Ειδώλια, τα οποία δημιουργήθηκαν για την έκθεση. Εδώ, επτά μαριονέτες ανεβάζουν μια παράσταση χωρίς δράση: αιωρούμενες πάνω από το έδαφος, με σώματα από αποσπασμένα άκρα, μοιάζουν ανίσχυρες και απογοητευμένες από την ατέλειά τους. Το όνομα ειδώλιο, ένας όρος αγάπης για το είδωλο, τις καθιστά ακόμη πιο απειλητικές και αμφίσημες, καθώς δεν υπάρχει καμία γλυκύτητα σε αυτές. Τα ντελικάτα ρούχα έρχονται σε αντίθεση με τα ανήσυχα πρόσωπα, μερικά με βλοσυρά μάτια σαν παιδί που το έβαλαν τιμωρία· άλλα με τα γυάλινα μάτια μιας κούκλας. Ένα βλέμμα που προκαλεί το ίδιο ανησυχητικό αίσθημα αρχέγονου τρόμου που νιώθουμε όταν διαβάζουμε τον «Άνθρωπο της Άμμου» (Der Sandmann), που εκδόθηκε το 1815 από τον E.T.A. Χόφμαν, όπου ο πρωταγωνιστής ερωτεύεται την Ολυμπία, και ανακαλύπτει ότι είναι ένα αυτόματο ανδρείκελο, όταν συναντά τυχαία τους δημιουργούς της που μαλώνουν για εκείνη, την παίρνουν στα χέρια τους και τη διαμελίζουν, ενώ τα γυάλινα μάτια της πετάγονται από τις κόγχες τους. Μια εικόνα που οδηγεί τον πρωταγωνιστή στην τρέλα και στη συνέχεια στην αυτοκτονία. «Κοιτώντας τη θάλασσα, νιώθεις πιο συντετριμμένος, γιατί δεν υπάρχει άλλη στεριά στον ορίζοντα. Και τα παιδιά πιστεύουν ότι ο κόσμος τελειώνει εκεί, αλλά δεν έχουν τέλος όλα τα πράγματα που έχουν όριο· μερικές φορές απλώς διακόπτονται, τείνοντας το χέρι προς μια απουσία που τελικά μετράει περισσότερο από ό,τι είναι παρόν», αυτά είναι τα λόγια της Michela Murgia που ανέφερε ο καλλιτέχνης όταν μου μιλούσε για την έκθεση. Είναι μια αίσθηση αναστολής που την αντιλαμβανόμαστε επίσης όταν κοιτάζουμε τη γυναικεία μορφή που τυλίγεται σε ένα σύννεφο από πολύχρωμες πεταλούδες, ενώ μαζεύει ένα μήλο από ένα δέντρο. Ο τίτλος Ένα Φίδι, Έλεγαν, Κοιμάται σε Αυτόν τον Κήπο αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε γυναίκα, ενώ ο Αδάμ και το φίδι δεν φαίνονται πουθενά· και ποιος ξέρει αν θα εμφανιστούν ποτέ. Λες και αυτό που βλέπουμε είναι ένα καρέ από μια πιο περίπλοκη αφήγηση, που η αρχή και το τέλος της είναι άγνωστα, σαν ένα αίνιγμα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον να λυθεί. Μερικά στοιχεία για την επίλυση αυτού του γρίφου μπορεί να βρεθούν στη βιογραφία του καλλιτέχνη. Γεννημένος στο Τορίνο, από μεσοαστική οικογένεια, φοίτησε σε θρησκευτικά σχολεία μέχρι την εφηβεία του. Η παιδική του ηλικία, που την πέρασε υπό τον ζυγό αυστηρών, αναχρονιστικών κανόνων και ντυμένος με στολές που ήταν «όμορφες, αλλά δεν σου επέτρεπαν να αγκαλιάσεις κανέναν», αποτελεί έμπνευση και τροφή για τον φανταστικό κόσμο του καλλιτέχνη, καθώς από αυτούς τους περιορισμούς έμαθε τη σημασία των ορίων και της υπέρβασής τους. Σε όλο του το έργο ο Καστέλι έχει οπτικοποιήσει τον εσωτερικό του κόσμο, ο οποίος, για να παραθέσουμε τα λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη, πραγματεύεται «την άσκηση και την υποταγή στην εξουσία». Αυτή η διαλεκτική ένταση μεταξύ της ελευθερίας της παιδικής ηλικίας και του περιορισμού των σωμάτων που δεσμεύονται από κανόνες, διαπερνά κάθε έργο του και μας αφήνει με μια κολλώδη, μαύρη αίσθηση, σαν πίσσα. When Guglielmo Castelli first told me about the exhibition Crociere estive (Summer Cruises), it triggered a vivid memory from my childhood, when I was trotting alongside my grandmother on a beach covered with rocks and algae following a storm surge, walking along the constantly morphing edge where land meets sea. We were scouring and sifting through what was accumulated on that border in search of treasures brought from the sea, and our feet were covered in tar. In my eyes as a little girl, that sticky, smelly black substance was the tangible trace of a secret game that only my grandmother and I knew. Crociere estive has the flavour of that secret: at Sylvia Kouvali, Castelli has installed an exhibition of relics from a time long past or perhaps that never was, washed up on the shore because lost or abandoned in some other place, discards forgotten in the open sea or on dry land. Entering the gallery, which was once a bazaar and is still cool as a cave, you leave behind the dazzling sun of the summer solstice and become immersed in a dark sea, thick with memories that might also be dreams. The summer cruises of the title, with their garish hues, promise of endless entertainment and the smell of 'suntan lotion spread over 2,100 pounds of hot flesh',[1] are far away and all expectations are ignored. Here, the sea is not made up of water but of purplish lace and trimming, ploughed by a pair of swans guided by a messenger clothed in a red uniform so tight it seems almost like a corset (The painting powder, 2026), and its breakers seem to open beneath the powerful wind blown by a Zephyrus raised up by a wave, while the sun's rays pierce through a thick bank of threatening clouds illuminated by pearls stuck in the net he holds in his hands, a net that he himself seems to be tangled up in (Zefiro, 2026). Looking closely, the power of the sea seems to be held back by a deep blue enclosure and reveals the same feeling of constriction as the sinuous swans kept on a leash: the oxymoron of an unstoppable force of nature nevertheless contained and held in check by boundaries, limits and ties. This sense of constriction is a constant in Castelli's works, which depict figures that are sometimes enslaved by, sometimes freed from social constraints, formalized in bows, clothing and taut cords, in the artist's continuous attempt to renegotiate these limits and lead the viewer to dip in and out of identification with the figures. This negotiation seems to be the main theme of Mino's maze, in which a Minotaur with thick, jet-black hair and human features is depicted stretching out over the flowering hedges, apparently torn between the desire to escape his labyrinth and nostalgia for that feeling of containment, his eyes full of tears that transform into ephemeral white veils. Similarly, in the oil on canvas Tiny tiny anarchic candle, four candles are lined up like soldiers standing at attention on an old table made of dark wood, their flames almost burnt out, while the anarchic candle of the tiles rebels, raising itself up, its small face blowing as if to fan the flame, a little incendiary fantasy masquerading as a children's fairy tale. The work that gives the title to the exhibition is part of a series of collages created by the artist on fabric found in flea markets and embellished with bric-a-brac like beads, buttons and other small items. They are fragments of a 'little world of the past', the same one we find in the costumes and objects that make up the seven Idoletti created for the exhibition. Here, seven puppets stage a show with no action: suspended from the ground, their bodies made of fragmented limbs, they seem powerless and frustrated by their incompleteness. The name idoletto, a term of endearment for idol, renders them even more sinister and ambiguous, because there is no sweetness about them. The twee clothing contrasts with the unsettling faces, some with scowling eyes like a chastised child; some with the glass eyes of a doll. A gaze that generates the same disturbing feeling of primordial terror that we feel when reading 'The Sandman' (Der Sandmann), published in 1815 by E.T.A. Hoffmann, in which the main character falls in love with Olympia, only discovering that she is an automaton when he accidentally comes upon her creators while they are fighting over her, taking her in hand and tearing her apart, her glass eyes popping out of their sockets. A vision that leads the main character to madness and then suicide. 'Looking at the sea, you feel more broken because there is no other land in sight. And children believe that the world ends there, but not all things that have a limit have an end and at times they are merely interrupted, reaching for an absence that ends up counting more than what's present' are the words of Michela Murgia that the artist cited when telling me about the exhibition. It is a feeling of suspension that we also perceive when looking at the female figure enveloped in a cloud of colourful butterflies while she picks an apple from a tree. The title A Snake, They Said, Sleeps in This Garden reveals that this is not just any woman, and Adam and the snake are nowhere to be seen; who knows if they will ever arrive. As if what we are seeing is a still of a more complex narrative, the beginning and end of which are unknown, like a riddle that feels almost impossible to solve. A few clues to this riddle might be found in the artist's biography. Born in Turin to a middle-class family, he attended religious schools until he was a teenager. His childhood spent bound by rigid, anachronistic rules and dressed in uniforms that were 'beautiful but didn't allow you to hug anyone' inspires and nourishes his image world, having learned from those constraints the importance of limits and overcoming them. Across his career, Castelli has given visual form to his interior world, which, to cite the artist, reflects on 'the exercise of and subjection to power'. It is this dialectical tension between the freedom of childhood and the constriction of bodies bound by rules that filters through every work and leaves us with a sticky, black feeling like tar. [1] David Foster Wallace, 'Shipping Out: On the (Nearly Lethal) Comforts of a Luxury Cruise', Harper's Magazine, January 1996.
- Through
- 31 August 2026
- Venue
- Sylvia Kouvali
- Address
- 41 Polidefkous
18545 Athens
- Hours
- Tue–Sat 12:00–20:00
Back